παρακλητικός
•
- που έχει σχέση με την παράκληση ή αναφέρεται σ’ αυτή, που δηλώνει ή εκφράζει παράκληση ή ικεσία Βικιλεξικό
- εκκλησιαστικός όροςΠαρακλητικός (κανόνας): εκκλησιαστική ακολουθία με ικετευτικό και αιτητικό περιεχόμενο που απευθύνεται στη Θεοτόκο ή αγίους Βικιλεξικό
- άλλες μορφές: Παράκληση
- εκκλησιαστικός όροςΠαρακλητική: εκκλησιαστικό λειτουργικό βιβλίο που περιέχει ύμνους, κανόνες κ.λπ. για κάθε ημέρα της εβδομάδας στους οκτώ ήχους της εκκλησιαστικής μουσικής Βικιλεξικό
Ετυμολογία
παρακλητικός < ελληνιστική κοινή παρακλητικός (παρόμοια σημασία) < αρχαία ελληνική παρακλητικός < παρακαλέω
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | παρακλητικός | παρακλητική | παρακλητικό |
| Γενική | παρακλητικού | παρακλητικής | παρακλητικού |
| Αιτιατική | παρακλητικό | παρακλητική | παρακλητικό |
| Κλητική | παρακλητικέ | παρακλητική | παρακλητικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | παρακλητικοί | παρακλητικές | παρακλητικά |
| Γενική | παρακλητικών | παρακλητικών | παρακλητικών |
| Αιτιατική | παρακλητικούς | παρακλητικές | παρακλητικά |
| Κλητική | παρακλητικοί | παρακλητικές | παρακλητικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →