Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

παρακοιμώμενος

ρήμα, αρσενικό
•
  1. κυριολεκτικάπου κοιμάται δίπλα Βικιλεξικό
    • Ἡ παρακοιμωμένη αὐτῇ κόρη ἦτο συμπεφωνημένον ὅτι μόνον μέχρις οὗ σημάνῃ ὁ ὄρθρος θὰ ἔμενε μετ᾽ αὐτῆς· ὅθεν ἀφυπνίσασα αὐτὴν τὴν ὡδήγησε πλησίον τῶν ἀδελφῶν της. (Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Το χριστόψωμο)
  2. ιστορίαανώτερος βυζαντινός αξιωματούχος Βικιλεξικό
  3. ειρωνικόέμπιστο άτομο κάποιου (σημαντικού) προσώπου Βικιλεξικό

Ετυμολογία

παρακοιμώμενος < μεσαιωνική ελληνική παρακοιμώμενος < ελληνιστική κοινή παρακοιμώμενος, μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος παρακοιμάομαι / παρακοιμῶμαι < αρχαία ελληνική κοιμάω / κοιμῶ

Άλλοι τύποι

παρακοιμώμεναπαρακοιμώμενεπαρακοιμώμενεςπαρακοιμώμενηπαρακοιμώμενη / παρακοιμωμένηπαρακοιμώμενηςπαρακοιμώμενοπαρακοιμώμενοιπαρακοιμώμενοςπαρακοιμώμενουπαρακοιμώμενουςπαρακοιμώμενων

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →