παρακοινωνός
•
- νομικός όροςκάποιος που έχει γίνει συνεταίρος ενός αλλά όχι όλων των συνεταίρων ή που του έχει παραχωρηθεί μέρος ή το σύνολο μετοχικών δικαιωμάτων σε εταιρεία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
παρακοινωνός < παρα- + κοινωνός
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | παρακοινωνός | παρακοινωνοί |
| Γενική | παρακοινωνού | παρακοινωνών |
| Αιτιατική | παρακοινωνό | παρακοινωνούς |
| Κλητική | παρακοινωνέ | παρακοινωνοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →