παρακρατώ
•
- κρατώ μέρος από το ποσό που πρόκειται να δώσω Βικιλεξικό
- αποθηκεύω μέρος προϊόντος για επωφελέστερη διάθεση Βικιλεξικό
- διαρκώ περισσότερο απ' όσο αναμένεται (το αστείο παρακράτησε) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
παρακρατώ < παρά + κρατώ
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →