παρακυβέρνηση
•
- πολιτικήομάδα ανθρώπων που παρεμβαίνει παρασκηνιακά στο κυβερνητικό έργο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
παρακυβέρνηση < καθαρεύουσα παρακυβέρνησις < παρά + κυβέρνησις
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | παρακυβέρνηση | παρακυβερνήσεις |
| Γενική | παρακυβέρνησης | παρακυβερνήσεων |
| Αιτιατική | παρακυβέρνηση | παρακυβερνήσεις |
| Κλητική | παρακυβέρνηση | παρακυβερνήσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →