Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

παρακώλυση

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η ενέργεια του παρακωλύω, η παρεμπόδιση Βικιλεξικό
    • Αν τώρα από το διπλοπαρκάρισμα παρεμποδίζεται η λειτουργία των συγκοινωνιακών μέσων τότε ο οδηγός διαπράττει το αδίκημα της παρακώλυσης συγκοινωνιών. (Τέλος το διπλοπαρκάρισμα – Έρχονται πρόστιμα και αφαίρεση διπλώματος, Τα Νέα, 01/12/2023 https://www.tanea.gr/2023/12/01/greece/telos-to-diploparkarisma-erxontai-prostima-kai-afairesi-diplomatos/)

Ετυμολογία

παρακώλυση < παρακωλύω + -ση

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπαρακώλυσηπαρακωλύσεις
Γενικήπαρακώλυσηςπαρακωλύσεων
Αιτιατικήπαρακώλυσηπαρακωλύσεις
Κλητικήπαρακώλυσηπαρακωλύσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →