παραλαβή
•
- η πράξη του παραλαμβάνω, το να πάρει κάποιος, αντικείμενο που του έδωσε άλλος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
παραλαβή < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | παραλαβή | παραλαβές |
| Γενική | παραλαβής | παραλαβών |
| Αιτιατική | παραλαβή | παραλαβές |
| Κλητική | παραλαβή | παραλαβές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →