Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

παραλαλικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με την παραλαλία ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

παραλαλικός < παραλαλία + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπαραλαλικόςπαραλαλικήπαραλαλικό
Γενικήπαραλαλικούπαραλαλικήςπαραλαλικού
Αιτιατικήπαραλαλικόπαραλαλικήπαραλαλικό
Κλητικήπαραλαλικέπαραλαλικήπαραλαλικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπαραλαλικοίπαραλαλικέςπαραλαλικά
Γενικήπαραλαλικώνπαραλαλικώνπαραλαλικών
Αιτιατικήπαραλαλικούςπαραλαλικέςπαραλαλικά
Κλητικήπαραλαλικοίπαραλαλικέςπαραλαλικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →