παραλλάζω
•
- αλλάζω κάτι, το κάνω διαφορετικό σε σχέση με το αρχικό ή κάτι άλλο Βικιλεξικό
- ναυτικός όροςπαραπλέω, καβατζάρω, παρακάμπτω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
παραλλάζω < αρχαία ελληνική παραλλάσσω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | παραλλάζω | παραλλάζεις | παραλλάζει | παραλλάζουμε | παραλλάζετε | παραλλάζουν / παραλλάζουνε |
| Παρατατικός | παράλλαζα | παράλλαζες | παράλλαζε | παραλλάζαμε | παραλλάζατε | παράλλαζαν / παραλλάζαν / παραλλάζανε |
| Αόριστος | παράλλαξα | παράλλαξες | παράλλαξε | παραλλάξαμε | παραλλάξατε | παράλλαξαν / παραλλάξαν / παραλλάξανε |
| Μέλλοντας | θα παραλλάζω / θα παραλλάξω | θα παραλλάζεις / θα παραλλάξεις | θα παραλλάζει / θα παραλλάξει | θα παραλλάζουμε / θα παραλλάξουμε | θα παραλλάζετε / θα παραλλάξετε | θα παραλλάζουν / θα παραλλάζουνε / θα παραλλάξουν / θα παραλλάξουνε |
| Παρακείμενος | έχω παραλλάξει | έχεις παραλλάξει | έχει παραλλάξει | έχουμε παραλλάξει | έχετε παραλλάξει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα παραλλάξει | είχες παραλλάξει | είχε παραλλάξει | είχαμε παραλλάξει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω παραλλάξει / να παραλλάζω / να παραλλάξω | να έχεις παραλλάξει / να παραλλάζεις / να παραλλάξεις | να έχει παραλλάξει / να παραλλάζει / να παραλλάξει | να έχουμε παραλλάξει / να παραλλάζουμε / να παραλλάξουμε | να έχετε παραλλάξει / να παραλλάζετε / να παραλλάξετε | να παραλλάζουν / να παραλλάζουνε / να παραλλάξουν / να παραλλάξουνε |
| Προστακτική | — | παράλλαζε / παράλλαξε | — | — | παραλλάζετε / παραλλάξτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →