παραλλαγή
•
- μία ελαφρώς διαφορετική εκδοχή ενός πράγματος (πχ εμπορικού προϊόντος, δημοτικού τραγουδιού κλπ) Βικιλεξικό
- τα δομημένα ομόλογα αποτελούν μια ειδική παραλλαγή των ομολόγων κυμαινόμενου εισοδήματος
- Η παραλογή «του νεκρού αδελφού» απαντά σε διάφορες παραλλαγές.
- συγκεκριμένη τροποποίηση της εμφάνισης και της ενδυμασίας ώστε να συγχέεται με το περιβάλλον Βικιλεξικό
- οι καταδρομείς φορούν στολές παραλλαγής
- ύφασματο στρατιωτικό σχέδιο Βικιλεξικό
- γεωγραφίαη διαφορά μεταξύ του πραγματικού βορρά και του βορρά που δείχνει η πυξίδα, η παραλλαγή πυξίδας Βικιλεξικό
Ετυμολογία
παραλλαγή < αρχαία ελληνική παραλλαγή
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | παραλλαγή | παραλλαγές |
| Γενική | παραλλαγής | παραλλαγών |
| Αιτιατική | παραλλαγή | παραλλαγές |
| Κλητική | παραλλαγή | παραλλαγές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →