Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

παραλογή

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. λογοτεχνίαπολύστιχο αφηγηματικό δημοτικό τραγούδι με «φτιαχτή / πλαστή» υπόθεση Βικιλεξικό
    • Η παραλογή «του νεκρού αδελφού» απαντά σε διάφορες παραλλαγές.

Ετυμολογία

παραλογή < μεσαιωνική ελληνική παραλογή < αρχαία ελληνική παρακαταλογή < παρά + καταλογή < καταλέγω < κατά + λέγω

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπαραλογήπαραλογές
Γενικήπαραλογήςπαραλογών
Αιτιατικήπαραλογήπαραλογές
Κλητικήπαραλογήπαραλογές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →