παραλογιάζω
•
- μεταβατικότρελαίνω Βικιλεξικό
- αμετάβατοτρελαίνομαι, παραλογίζομαι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
παραλογιάζω < μεσαιωνική ελληνική παραλογέομαι / παραλογίζομαι / παραλογέω / παραλογάω < αρχαία ελληνική παράλογος < παρά + λόγος
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | παραλογιάζω | παραλογιάζεις | παραλογιάζει | παραλογιάζουμε | παραλογιάζετε | παραλογιάζουν / παραλογιάζουνε |
| Παρατατικός | παραλόγιαζα | παραλόγιαζες | παραλόγιαζε | παραλογιάζαμε | παραλογιάζατε | παραλογιάζαν / παραλογιάζανε / παραλόγιαζαν |
| Αόριστος | παραλόγιασα | παραλόγιασες | παραλόγιασε | παραλογιάσαμε | παραλογιάσατε | παραλογιάσαν / παραλογιάσανε / παραλόγιασαν |
| Μέλλοντας | θα παραλογιάζω / θα παραλογιάσω | θα παραλογιάζεις / θα παραλογιάσεις | θα παραλογιάζει / θα παραλογιάσει | θα παραλογιάζουμε / θα παραλογιάσουμε | θα παραλογιάζετε / θα παραλογιάσετε | θα παραλογιάζουν / θα παραλογιάζουνε / θα παραλογιάσουν / θα παραλογιάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω παραλογιάσει | έχεις παραλογιάσει | έχει παραλογιάσει | έχουμε παραλογιάσει | έχετε παραλογιάσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα παραλογιάσει | είχες παραλογιάσει | είχε παραλογιάσει | είχαμε παραλογιάσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω παραλογιάσει / να παραλογιάζω / να παραλογιάσω | να έχεις παραλογιάσει / να παραλογιάζεις / να παραλογιάσεις | να έχει παραλογιάσει / να παραλογιάζει / να παραλογιάσει | να έχουμε παραλογιάσει / να παραλογιάζουμε / να παραλογιάσουμε | να έχετε παραλογιάσει / να παραλογιάζετε / να παραλογιάσετε | να παραλογιάζουν / να παραλογιάζουνε / να παραλογιάσουν / να παραλογιάσουνε |
| Προστακτική | — | παραλόγιαζε / παραλόγιασε | — | — | παραλογιάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
παραλογιάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →