παραμελώ
•
- δεν φροντίζω Βικιλεξικό
- αμελώ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
παραμελώ < αρχαία ελληνική παραμελέω / παραμελῶ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | παραμελώ | παραμελείς | παραμελεί | παραμελούμε | παραμελείτε | παραμελούν / παραμελούνε |
| Παρατατικός | παραμελούσα | παραμελούσες | παραμελούσε | παραμελούσαμε | παραμελούσατε | παραμελούσαν / παραμελούσανε |
| Αόριστος | παραμέλησα | παραμέλησες | παραμέλησε | παραμελήσαμε | παραμελήσατε | παραμέλησαν / παραμελήσαν / παραμελήσανε |
| Μέλλοντας | θα παραμελήσω / θα παραμελώ | θα παραμελήσεις / θα παραμελείς | θα παραμελήσει / θα παραμελεί | θα παραμελήσουμε / θα παραμελούμε | θα παραμελήσετε / θα παραμελείτε | θα παραμελήσουν / θα παραμελήσουνε / θα παραμελούν / θα παραμελούνε |
| Παρακείμενος | έχω παραμελήσει | έχεις παραμελήσει | έχει παραμελήσει | έχουμε παραμελήσει | έχετε παραμελήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα παραμελήσει | είχες παραμελήσει | είχε παραμελήσει | είχαμε παραμελήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω παραμελήσει / να παραμελήσω / να παραμελώ | να έχεις παραμελήσει / να παραμελήσεις / να παραμελείς | να έχει παραμελήσει / να παραμελήσει / να παραμελεί | να έχουμε παραμελήσει / να παραμελήσουμε / να παραμελούμε | να έχετε παραμελήσει / να παραμελήσετε / να παραμελείτε | να παραμελήσουν / να παραμελήσουνε / να παραμελούν / να παραμελούνε |
| Προστακτική | — | παραμέλει / παραμέλησε | — | — | παραμελήστε / παραμελείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →