παραμεριστικός
•
- που έχει σχέση με παραμερισμό ή αναφέρεται σ’ αυτόν Βικιλεξικό
Ετυμολογία
παραμεριστικός < παραμερίζω + -τικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | παραμεριστικός | παραμεριστική | παραμεριστικό |
| Γενική | παραμεριστικού | παραμεριστικής | παραμεριστικού |
| Αιτιατική | παραμεριστικό | παραμεριστική | παραμεριστικό |
| Κλητική | παραμεριστικέ | παραμεριστική | παραμεριστικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | παραμεριστικοί | παραμεριστικές | παραμεριστικά |
| Γενική | παραμεριστικών | παραμεριστικών | παραμεριστικών |
| Αιτιατική | παραμεριστικούς | παραμεριστικές | παραμεριστικά |
| Κλητική | παραμεριστικοί | παραμεριστικές | παραμεριστικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →