παραμετροποίηση
•
- η ενέργεια και το αποτέλεσμα του παραμετροποιώ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
παραμετροποίηση (νεολογισμός) < (παραμετροποιώ) παραμετροποιη- + -ση. Μορφολογικά αναλύεται σε παρα- + μετρο- + -ποίηση
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | παραμετροποίηση | παραμετροποιήσεις |
| Γενική | παραμετροποίησης | παραμετροποιήσεων |
| Αιτιατική | παραμετροποίηση | παραμετροποιήσεις |
| Κλητική | παραμετροποίηση | παραμετροποιήσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →