Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

παραμετροποίηση

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η ενέργεια και το αποτέλεσμα του παραμετροποιώ Βικιλεξικό

Ετυμολογία

παραμετροποίηση (νεολογισμός) < (παραμετροποιώ) παραμετροποιη- + -ση. Μορφολογικά αναλύεται σε παρα- + μετρο- + -ποίηση

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπαραμετροποίησηπαραμετροποιήσεις
Γενικήπαραμετροποίησηςπαραμετροποιήσεων
Αιτιατικήπαραμετροποίησηπαραμετροποιήσεις
Κλητικήπαραμετροποίησηπαραμετροποιήσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →