παραμονή
•
- μένω σε μέροςη διαμονή, η κατοίκηση Βικιλεξικό
- Η παραμονή του στο εξωτερικό διάρκεσε ένα μήνα
- μένω σε μέροςη συνέχιση της συμμετοχής σε μια κοινότητα, μια ομάδα, έναν οργανισμό κλπ Βικιλεξικό
- Η παραμονή του προπονητή στην ομάδα τον επόμενο χρόνο θεωρείται απίθανη.
- Το κεντρικό ζήτημα των διαβουλεύσεων ήταν η παραμονή της χώρας στη συμμαχία.
- προηγούμενη μέραη μέρα που προηγείται ενός σημαντικού γεγονότος, γιορτής ή επετείου (και παραμονές) Βικιλεξικό
- Με την οικογένειά της συναντιέται συνήθως παραμονή Πρωτοχρονιάς.
- Πού θα περάσετε την Παραμονή; (συνήθως εννοείται: της Πρωτοχρονιάς)
- Την παραμονή κάθε διαγωνίσματος με πιάνει άγχος.
Ετυμολογία
παραμονή < :* για τη σημασία «μένω σε μέρος για κάποια διάρκεια» < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή παραμονή (αρχικά: υποχρέωση δούλου να παραμείνει στον αφέντη του - επίσης: διάρκεια παρουσίας) < αρχαία ελληνική παραμένω < παρα- + μένω :* για τη σημασία «προηγούμενη μέρα»' < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική παραμονή < ελληνιστική κοινή παραμονή : Μορφολογικά αναλύεται σε παρα- + θέμα μον- του μένω + -ή
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | παραμονή | παραμονές |
| Γενική | παραμονής | παραμονών |
| Αιτιατική | παραμονή | παραμονές |
| Κλητική | παραμονή | παραμονές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →