παραμονεύω
•
- παραμένω κρυμμένος σ' ένα σημείο και περιμένω να εμφανιστεί ή να κινηθεί ένας αντίπαλος ώστε να του επιτεθώ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
παραμονεύω < μεσαιωνική ελληνική < παραμονή
Άλλοι τύποι
παραμονέψωπαραμόνευαπαραμόνεψα
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →