Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

παραμορφώνομαι

ρήμα
•
  1. αλλάζω τη μορφή μου προς το χειρότερο Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάαλλάζω σαν ιδέα ή αλήθεια (χρησιμοποίεται κυρίως στο γ' πρόσωπο) Βικιλεξικό

Ετυμολογία

παραμορφώνομαι < παθητική φωνή του ρήματος παραμορφώνω

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςπαραμορφώνομαιπαραμορφώνεσαιπαραμορφώνεταιπαραμορφωνόμαστεπαραμορφώνεστεπαραμορφώνονται
Παρατατικόςπαραμορφωνόμουν / παραμορφωνόμουναπαραμορφωνόσουν / παραμορφωνόσουναπαραμορφωνόταν / παραμορφωνότανεπαραμορφωνόμασταν / παραμορφωνόμαστεπαραμορφωνόσασταν / παραμορφωνόσαστεπαραμορφωνόντουσαν / παραμορφώνονταν
Αόριστοςπαραμορφώθηκαπαραμορφώθηκεςπαραμορφώθηκεπαραμορφωθήκαμεπαραμορφωθήκατεπαραμορφωθήκαν / παραμορφωθήκανε / παραμορφώθηκαν
Μέλλονταςθα παραμορφωθώ / θα παραμορφώνομαιθα παραμορφωθείς / θα παραμορφώνεσαιθα παραμορφωθεί / θα παραμορφώνεταιθα παραμορφωθούμε / θα παραμορφωνόμαστεθα παραμορφωθείτε / θα παραμορφώνεστεθα παραμορφωθούν / θα παραμορφωθούνε / θα παραμορφώνονται
Παρακείμενοςέχω παραμορφωθείέχεις παραμορφωθείέχει παραμορφωθεί———
Υπερσυντέλικοςείχα παραμορφωθείείχες παραμορφωθείείχε παραμορφωθεί———
Υποτακτικήνα έχω παραμορφωθεί / να παραμορφωθώ / να παραμορφώνομαινα έχεις παραμορφωθεί / να παραμορφωθείς / να παραμορφώνεσαινα έχει παραμορφωθεί / να παραμορφωθεί / να παραμορφώνεταινα παραμορφωθούμε / να παραμορφωνόμαστενα παραμορφωθείτε / να παραμορφώνεστενα παραμορφωθούν / να παραμορφωθούνε / να παραμορφώνονται
Προστακτική—παραμορφώνου / παραμορφώσου——παραμορφωθείτε / παραμορφώνεστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →