παραμορφώνομαι
•
- αλλάζω τη μορφή μου προς το χειρότερο Βικιλεξικό
- μεταφορικάαλλάζω σαν ιδέα ή αλήθεια (χρησιμοποίεται κυρίως στο γ' πρόσωπο) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
παραμορφώνομαι < παθητική φωνή του ρήματος παραμορφώνω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | παραμορφώνομαι | παραμορφώνεσαι | παραμορφώνεται | παραμορφωνόμαστε | παραμορφώνεστε | παραμορφώνονται |
| Παρατατικός | παραμορφωνόμουν / παραμορφωνόμουνα | παραμορφωνόσουν / παραμορφωνόσουνα | παραμορφωνόταν / παραμορφωνότανε | παραμορφωνόμασταν / παραμορφωνόμαστε | παραμορφωνόσασταν / παραμορφωνόσαστε | παραμορφωνόντουσαν / παραμορφώνονταν |
| Αόριστος | παραμορφώθηκα | παραμορφώθηκες | παραμορφώθηκε | παραμορφωθήκαμε | παραμορφωθήκατε | παραμορφωθήκαν / παραμορφωθήκανε / παραμορφώθηκαν |
| Μέλλοντας | θα παραμορφωθώ / θα παραμορφώνομαι | θα παραμορφωθείς / θα παραμορφώνεσαι | θα παραμορφωθεί / θα παραμορφώνεται | θα παραμορφωθούμε / θα παραμορφωνόμαστε | θα παραμορφωθείτε / θα παραμορφώνεστε | θα παραμορφωθούν / θα παραμορφωθούνε / θα παραμορφώνονται |
| Παρακείμενος | έχω παραμορφωθεί | έχεις παραμορφωθεί | έχει παραμορφωθεί | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα παραμορφωθεί | είχες παραμορφωθεί | είχε παραμορφωθεί | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω παραμορφωθεί / να παραμορφωθώ / να παραμορφώνομαι | να έχεις παραμορφωθεί / να παραμορφωθείς / να παραμορφώνεσαι | να έχει παραμορφωθεί / να παραμορφωθεί / να παραμορφώνεται | να παραμορφωθούμε / να παραμορφωνόμαστε | να παραμορφωθείτε / να παραμορφώνεστε | να παραμορφωθούν / να παραμορφωθούνε / να παραμορφώνονται |
| Προστακτική | — | παραμορφώνου / παραμορφώσου | — | — | παραμορφωθείτε / παραμορφώνεστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →