παραμυθένιος
•
- που συναντιέται στα παραμύθια Βικιλεξικό
- παραμυθένια χώρα
- ...χυνόταν μιά ἀκράτητη διακόσμηση χλιδῆς. Διαμάντια, ρουμπίνια, σμαράγδια, ζαφείρια, τοπάζια, ἀμέθυστοι, λάπις – λάζουλι, μαργαριτάρια, μαλαχίτες, μέσα σὲ ὄργιο χρυσοῦ, κρεμόνταν σὲ βαρύτατα περιδέραια πεταμένα το 'να πάνω στ' ἄλλο, ἁρμάθες σωστές παραμυθένιου πλούτου, κάτι σὰ διάκοσμος ξεχαλινωμένης Χαλιμᾶς. (Μ. Καραγάτσης, Ο Γιούγκερμαν και τα στερνά του, Βιβλιοπωλείο της Εστίας, 1999, σελ. 17)
- μεταφορικάτόσο ευχάριστος που συναντιέται μόνο στα όνειρα Βικιλεξικό
- παραμυθένια ζωή / αγάπη / ομορφιά
Ετυμολογία
παραμυθένιος < παραμύθι + -ένιος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | παραμυθένιος | παραμυθένια | παραμυθένιο |
| Γενική | παραμυθένιου | παραμυθένιας | παραμυθένιου |
| Αιτιατική | παραμυθένιο | παραμυθένια | παραμυθένιο |
| Κλητική | παραμυθένιε | παραμυθένια | παραμυθένιο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | παραμυθένιοι | παραμυθένιες | παραμυθένια |
| Γενική | παραμυθένιων | παραμυθένιων | παραμυθένιων |
| Αιτιατική | παραμυθένιους | παραμυθένιες | παραμυθένια |
| Κλητική | παραμυθένιοι | παραμυθένιες | παραμυθένια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →