παραμυθολογώ
•
- κυριολεκτικάείμαι παραμυθολόγος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
παραμυθολογώ < παραμυθολόγος + -ώ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | παραμυθολογώ | παραμυθολογείς | παραμυθολογεί | παραμυθολογούμε | παραμυθολογείτε | παραμυθολογούν / παραμυθολογούνε |
| Παρατατικός | παραμυθολογούσα | παραμυθολογούσες | παραμυθολογούσε | παραμυθολογούσαμε | παραμυθολογούσατε | παραμυθολογούσαν / παραμυθολογούσανε |
| Αόριστος | παραμυθολόγησα | παραμυθολόγησες | παραμυθολόγησε | παραμυθολογήσαμε | παραμυθολογήσατε | παραμυθολογήσαν / παραμυθολογήσανε / παραμυθολόγησαν |
| Μέλλοντας | θα παραμυθολογήσω / θα παραμυθολογώ | θα παραμυθολογήσεις / θα παραμυθολογείς | θα παραμυθολογήσει / θα παραμυθολογεί | θα παραμυθολογήσουμε / θα παραμυθολογούμε | θα παραμυθολογήσετε / θα παραμυθολογείτε | θα παραμυθολογήσουν / θα παραμυθολογήσουνε / θα παραμυθολογούν / θα παραμυθολογούνε |
| Παρακείμενος | έχω παραμυθολογήσει | έχεις παραμυθολογήσει | έχει παραμυθολογήσει | έχουμε παραμυθολογήσει | έχετε παραμυθολογήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα παραμυθολογήσει | είχες παραμυθολογήσει | είχε παραμυθολογήσει | είχαμε παραμυθολογήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω παραμυθολογήσει / να παραμυθολογήσω / να παραμυθολογώ | να έχεις παραμυθολογήσει / να παραμυθολογήσεις / να παραμυθολογείς | να έχει παραμυθολογήσει / να παραμυθολογήσει / να παραμυθολογεί | να έχουμε παραμυθολογήσει / να παραμυθολογήσουμε / να παραμυθολογούμε | να έχετε παραμυθολογήσει / να παραμυθολογήσετε / να παραμυθολογείτε | να παραμυθολογήσουν / να παραμυθολογήσουνε / να παραμυθολογούν / να παραμυθολογούνε |
| Προστακτική | — | παραμυθολόγει / παραμυθολόγησε | — | — | παραμυθολογήστε / παραμυθολογείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →