παρανάλωμα του πυρός
•
- λόγιογια κάτι που καίγεται ολοσχερώς Βικιλεξικό
Ετυμολογία
παρανάλωμα του πυρός < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή τοῦ πυρός παρανάλωμα → δείτε τις λέξεις παρανάλωμα, του και πυρ :※ 4ος κε αιώνας Αθανάσιος Αλεξανδρείας, Historia Arianorum, 70.2, @catholiclibrary.org ::ἀμέλει τὸ ἀνόητον καὶ κέπφον, ὡς εἶπεν ἡ γραφή, καθηκεύειν θέλων ἄλλοις ἑαυτὸν εἰς καταδίκην τῇ μελλούσῃ κρίσει τοῦ πυρὸς παρανάλωμα δέδωκεν. :※ 5ος κε αιώνας ⌘ Θεοδώρητος Κύρου, Interpretatio in Jeremiam, @catholiclibrary.org ::καὶ αἱ ὑψηλαὶ πύλαι πυρὸς γενήσονται παρανάλωμα.
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →