Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

παρανοϊκός

/pa.ɾa.no.iˈkos/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. ιατρικήαυτός που έχει ως πάθηση / νόσο την παράνοια Βικιλεξικό
  2. κατ’ επέκτασητρελός, παράλογος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

παρανοϊκός < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική paranoïaque < αρχαία ελληνική παράνοια < παρά + νόος / νοῦς

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπαρανοϊκή / παρανοϊκός / παρανοϊκόπαρανοϊκές / παρανοϊκοί / παρανοϊκά
Γενικήπαρανοϊκής / παρανοϊκού / παρανοϊκούπαρανοϊκών / παρανοϊκών / παρανοϊκών
Αιτιατικήπαρανοϊκή / παρανοϊκό / παρανοϊκόπαρανοϊκές / παρανοϊκούς / παρανοϊκά
Κλητικήπαρανοϊκή / παρανοϊκέ / παρανοϊκόπαρανοϊκές / παρανοϊκοί / παρανοϊκά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

παρανοϊκός

/pa.ɾa.no.iˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με την παράνοια ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
    • Η εποχή ήταν επικίνδυνη, και τα λάθη –πολιτικά, ιδεολογικά, θρησκευτικά– μπορούσαν να σου κοστίσουν τη ζωή. Όπως λέγεται, μπορεί να είσαι παρανοϊκός, αλλά αυτό δε σημαίνει ότι δε σε κυνηγάνε κιόλας. (David Runciman, Μικρή ιστορία των ιδεών: Από τον Χομπς στον Φουκουγιάμα, μεταφραστή Πέτρος Γεωργίου, εκδ. Πατάκης,η 2024)
  2. κατ’ επέκτασητρελός, παράλογος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

παρανοϊκός < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική paranoïaque < αρχαία ελληνική παράνοια < παρά + νόος / νοῦς

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπαρανοϊκόςπαρανοϊκήπαρανοϊκό
Γενικήπαρανοϊκούπαρανοϊκήςπαρανοϊκού
Αιτιατικήπαρανοϊκόπαρανοϊκήπαρανοϊκό
Κλητικήπαρανοϊκέπαρανοϊκήπαρανοϊκό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπαρανοϊκοίπαρανοϊκέςπαρανοϊκά
Γενικήπαρανοϊκώνπαρανοϊκώνπαρανοϊκών
Αιτιατικήπαρανοϊκούςπαρανοϊκέςπαρανοϊκά
Κλητικήπαρανοϊκοίπαρανοϊκέςπαρανοϊκά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →