Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

παραοικονομία

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η μη επίσημη καταγραφή από το κράτος των οικονομικών δραστηριοτήτων ατόμων κι επιχειρήσεων, με αποτέλεσμα τη φοροδιαφυγή· η αδήλωτη στις φορολογικές, εργασιακές και λοιπές ελεγκτικές αρχές οικονομική δραστηριότητα Βικιλεξικό
    • Κάθε μηχανισμός για να πάρει μπροστά χρειάζεται λάδι και μίζα. Η μίζα κινεί την παραοικονομία, η οποία κινεί την οικονομία. Οι Τούρκοι την έλεγαν μπαξίσι, αλλά εμείς τους έχουμε ξεπεράσει (Νίκος Γ. Δήμου, Ειρωνικό Νεοελληνικό Λεξικό, Ένατη ανανεωμένη έκδοση, εκδ. Πατάκης, 2013)

Ετυμολογία

παραοικονομία < → λείπει η ετυμολογία

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπαραοικονομίαπαραοικονομίες
Γενικήπαραοικονομίαςπαραοικονομιών
Αιτιατικήπαραοικονομίαπαραοικονομίες
Κλητικήπαραοικονομίαπαραοικονομίες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →