Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

παραπέτο

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. στηθαίο Βικιλεξικό
    • βγήκα ξοπίσω της τρέχοντας προς τη σκάλα - θαρρώ πως επαναλάμβανα μάλιστα συνεχώς: «Εγώ και η Σοφία! Εγώ και η Σοφία!» Κατέβαινα τα σκαλιά κρατώντας χαλαρά το παραπέτο, σηκώνοντας τό κεφάλι γιὰ νὰ δῶ τήν κυρία Μαντώ πού ἔβγαινε ἀνήσυχη ἀπ ̓ το διαμέρισμά της (Κλαίρη Μιτσοτάκη, Σωρείτες: νουβέλες και διηγήματα, Βιβλιοπωλειον της "Εστιας", Ι.Δ. Κολλαρου & Σιας Α. Ε., 2006, σελ. 89)
  2. ναυτικός όροςκουπαστή Βικιλεξικό
    • Απάνω στο κατάστρωμα του βαποριού, ακουμπισμένοι στο πρυμιό παραπέτο, ο Αντώνης με τον Κωνσταντή αγναντεύουν τη γαλάζια απεραντοσύνη, που ξανοίγεται μπροστά στα μάτια τους. (Τάκης Αδάμος Καφεζυθεστιατόριον «Η Μεγάλη Ελλάς» [διήγημα] στο βιβλίο Για μια άσπρη μέρα: διηγήματα, 1981)
    • Ὅσο γιὰ τὸ μπάρκο, τὸ μισὸ ἀπόμενε. Οὔτε παραπέτα, οὔτε κουπαστές, οὔτε ξάρτια, οὔτε πανιὰ ἀκέρια. (Ανδρέας Καρκαβίτσας, Η δικαιοσύνη της θάλασσας, από το βιβλίο Λόγια τῆς πλώρης, 1924)

Ετυμολογία

παραπέτο < (άμεσο δάνειο) ιταλική parapetto < para- + petto < λατινική pectus < πρωτοϊταλική *pectos < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *peg (πλευρά)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπαραπέτοπαραπέτα
Γενικήπαραπέτουπαραπέτων
Αιτιατικήπαραπέτοπαραπέτα
Κλητικήπαραπέτοπαραπέτα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →