παραπαίδι
•
- παρωχημένοτο παιδί που το έχουν υιοθετήσει Βικιλεξικό
- παιδί που βοηθάει στις δουλειές Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασηπαρατημένο ή παραμελημένο παιδί Βικιλεξικό
Ετυμολογία
παραπαίδι < παρα- + παιδί + -ι
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | παραπαίδι | παραπαίδια |
| Γενική | παραπαιδιού | παραπαιδιών |
| Αιτιατική | παραπαίδι | παραπαίδια |
| Κλητική | παραπαίδι | παραπαίδια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →