παραπανιστός
•
- δημοτικήσυνώνυμο του παραπανίσιος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
παραπανιστός < παραπάν(ω) + -ιστός ή παραπανίσ(ιος) + -τός {• Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | παραπανιστός | παραπανιστή | παραπανιστό |
| Γενική | παραπανιστού | παραπανιστής | παραπανιστού |
| Αιτιατική | παραπανιστό | παραπανιστή | παραπανιστό |
| Κλητική | παραπανιστέ | παραπανιστή | παραπανιστό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | παραπανιστοί | παραπανιστές | παραπανιστά |
| Γενική | παραπανιστών | παραπανιστών | παραπανιστών |
| Αιτιατική | παραπανιστούς | παραπανιστές | παραπανιστά |
| Κλητική | παραπανιστοί | παραπανιστές | παραπανιστά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →