Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

παραπανιστός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. δημοτικήσυνώνυμο του παραπανίσιος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

παραπανιστός < παραπάν(ω) + -ιστός ή παραπανίσ(ιος) + -τός {• Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπαραπανιστόςπαραπανιστήπαραπανιστό
Γενικήπαραπανιστούπαραπανιστήςπαραπανιστού
Αιτιατικήπαραπανιστόπαραπανιστήπαραπανιστό
Κλητικήπαραπανιστέπαραπανιστήπαραπανιστό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπαραπανιστοίπαραπανιστέςπαραπανιστά
Γενικήπαραπανιστώνπαραπανιστώνπαραπανιστών
Αιτιατικήπαραπανιστούςπαραπανιστέςπαραπανιστά
Κλητικήπαραπανιστοίπαραπανιστέςπαραπανιστά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →