Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

παραπειστικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που ξεγελάει, παρασύρει με παραπλανητικά λόγια ή επιχειρήματα (με σοφιστείες, διφορούμενες εκφράσεις) Βικιλεξικό

Ετυμολογία

παραπειστικός < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή παραπειστικός (παραπείθω). Συγχρονικά αναλύεται σε παρα- + πειστικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπαραπειστικόςπαραπειστικήπαραπειστικό
Γενικήπαραπειστικούπαραπειστικήςπαραπειστικού
Αιτιατικήπαραπειστικόπαραπειστικήπαραπειστικό
Κλητικήπαραπειστικέπαραπειστικήπαραπειστικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπαραπειστικοίπαραπειστικέςπαραπειστικά
Γενικήπαραπειστικώνπαραπειστικώνπαραπειστικών
Αιτιατικήπαραπειστικούςπαραπειστικέςπαραπειστικά
Κλητικήπαραπειστικοίπαραπειστικέςπαραπειστικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →