παραπικραίνω
•
- πικραίνω, στενοχωρώ κάποιον πολύ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
παραπικραίνω < παρα- + πικραίνω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | παραπικραίνω | παραπικραίνεις | παραπικραίνει | παραπικραίνουμε | παραπικραίνετε | παραπικραίνουν / παραπικραίνουνε |
| Παρατατικός | παραπίκραινα | παραπίκραινες | παραπίκραινε | παραπικραίναμε | παραπικραίνατε | παραπίκραιναν / παραπικραίναν / παραπικραίνανε |
| Αόριστος | παραπίκρανα | παραπίκρανες | παραπίκρανε | παραπικράναμε | παραπικράνατε | παραπίκραναν / παραπικράναν / παραπικράνανε |
| Μέλλοντας | θα παραπικράνω / θα παραπικραίνω | θα παραπικράνεις / θα παραπικραίνεις | θα παραπικράνει / θα παραπικραίνει | θα παραπικράνουμε / θα παραπικραίνουμε | θα παραπικράνετε / θα παραπικραίνετε | θα παραπικράνουν / θα παραπικράνουνε / θα παραπικραίνουν / θα παραπικραίνουνε |
| Παρακείμενος | έχω παραπικράνει | έχεις παραπικράνει | έχει παραπικράνει | έχουμε παραπικράνει | έχετε παραπικράνει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα παραπικράνει | είχες παραπικράνει | είχε παραπικράνει | είχαμε παραπικράνει | είχατε παραπικράνει | — |
| Υποτακτική | να έχω παραπικράνει / να παραπικράνω / να παραπικραίνω | να έχεις παραπικράνει / να παραπικράνεις / να παραπικραίνεις | να έχει παραπικράνει / να παραπικράνει / να παραπικραίνει | να έχουμε παραπικράνει / να παραπικράνουμε / να παραπικραίνουμε | να έχετε παραπικράνει / να παραπικράνετε / να παραπικραίνετε | να παραπικράνουν / να παραπικράνουνε / να παραπικραίνουν / να παραπικραίνουνε |
| Προστακτική | — | παραπίκραινε / παραπίκρανε | — | — | παραπικράνετε / παραπικραίνετε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →