παραπλήσιος
•
- που βρίσκεται αρκετά κοντά σε άλλον, κοντινός Βικιλεξικό
- (μεταφορικά)
- που έχει αρκετή ομοιότητα με άλλον, παρόμοιος σε μέγεθος ή άλλο χαρακτηριστικό Βικιλεξικό
- Για να μην εμφανιστεί αυτό το φαινόμενο, η μόνη λύση είναι η ομαλή αύξηση της ασκούμενης καταπόνησης του ελαστικού, έτσι ώστε οι εσωτερικές και εξωτερικές στοιβάδες της γόμας να διατηρούν συνεχώς παραπλήσιες θερμοκρασίες. (από άρθρο του περιοδικού 2 Τροχοί, Οκτώβριος 1999)
Ετυμολογία
παραπλήσιος < αρχαία ελληνική παραπλήσιος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | παραπλήσιος | παραπλήσια | παραπλήσιο |
| Γενική | παραπλήσιου | παραπλήσιας | παραπλήσιου |
| Αιτιατική | παραπλήσιο | παραπλήσια | παραπλήσιο |
| Κλητική | παραπλήσιε | παραπλήσια | παραπλήσιο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | παραπλήσιοι | παραπλήσιες | παραπλήσια |
| Γενική | παραπλήσιων | παραπλήσιων | παραπλήσιων |
| Αιτιατική | παραπλήσιους | παραπλήσιες | παραπλήσια |
| Κλητική | παραπλήσιοι | παραπλήσιες | παραπλήσια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →