παραπληροφορώ
•
- παρέχω εσκεμμένα ψευδή πληροφόρηση για κάποιο ζήτημα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
παραπληροφορώ < παρα- + πληροφορώ, μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική misinform
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | παραπληροφορώ | παραπληροφορείς | παραπληροφορεί | παραπληροφορούμε | παραπληροφορείτε | παραπληροφορούν / παραπληροφορούνε |
| Παρατατικός | παραπληροφορούσα | παραπληροφορούσες | παραπληροφορούσε | παραπληροφορούσαμε | παραπληροφορούσατε | παραπληροφορούσαν / παραπληροφορούσανε |
| Αόριστος | παραπληροφόρησα | παραπληροφόρησες | παραπληροφόρησε | παραπληροφορήσαμε | παραπληροφορήσατε | παραπληροφορήσαν / παραπληροφορήσανε / παραπληροφόρησαν |
| Μέλλοντας | θα παραπληροφορήσω / θα παραπληροφορώ | θα παραπληροφορήσεις / θα παραπληροφορείς | θα παραπληροφορήσει / θα παραπληροφορεί | θα παραπληροφορήσουμε / θα παραπληροφορούμε | θα παραπληροφορήσετε / θα παραπληροφορείτε | θα παραπληροφορήσουν / θα παραπληροφορήσουνε / θα παραπληροφορούν / θα παραπληροφορούνε |
| Παρακείμενος | έχω παραπληροφορήσει | έχεις παραπληροφορήσει | έχει παραπληροφορήσει | έχουμε παραπληροφορήσει | έχετε παραπληροφορήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα παραπληροφορήσει | είχες παραπληροφορήσει | είχε παραπληροφορήσει | είχαμε παραπληροφορήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω παραπληροφορήσει / να παραπληροφορήσω / να παραπληροφορώ | να έχεις παραπληροφορήσει / να παραπληροφορήσεις / να παραπληροφορείς | να έχει παραπληροφορήσει / να παραπληροφορήσει / να παραπληροφορεί | να έχουμε παραπληροφορήσει / να παραπληροφορήσουμε / να παραπληροφορούμε | να έχετε παραπληροφορήσει / να παραπληροφορήσετε / να παραπληροφορείτε | να παραπληροφορήσουν / να παραπληροφορήσουνε / να παραπληροφορούν / να παραπληροφορούνε |
| Προστακτική | — | παραπληροφόρει / παραπληροφόρησε | — | — | παραπληροφορήστε / παραπληροφορείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →