παραποίηση
•
- η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του παραποιώ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
παραποίηση < ελληνιστική κοινή παραποίησις « αρχαία ελληνική παραποιέω / παραποιῶ < παρά + ποιέω / ποιῶ
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | παραποίηση | παραποιήσεις |
| Γενική | παραποίησης | παραποιήσεων |
| Αιτιατική | παραποίηση | παραποιήσεις |
| Κλητική | παραποίηση | παραποιήσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →