Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

παραπολιτικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που ασχολείται με το πολιτικό παρασκήνιο Βικιλεξικό
  2. ουσιαστικοποιημένοπαραπολιτική Βικιλεξικό

Ετυμολογία

παραπολιτικός < παρα- + πολιτικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπαραπολιτικόςπαραπολιτικήπαραπολιτικό
Γενικήπαραπολιτικούπαραπολιτικήςπαραπολιτικού
Αιτιατικήπαραπολιτικόπαραπολιτικήπαραπολιτικό
Κλητικήπαραπολιτικέπαραπολιτικήπαραπολιτικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπαραπολιτικοίπαραπολιτικέςπαραπολιτικά
Γενικήπαραπολιτικώνπαραπολιτικώνπαραπολιτικών
Αιτιατικήπαραπολιτικούςπαραπολιτικέςπαραπολιτικά
Κλητικήπαραπολιτικοίπαραπολιτικέςπαραπολιτικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →