παραπολιτικός
•
- που ασχολείται με το πολιτικό παρασκήνιο Βικιλεξικό
- ουσιαστικοποιημένοπαραπολιτική Βικιλεξικό
Ετυμολογία
παραπολιτικός < παρα- + πολιτικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | παραπολιτικός | παραπολιτική | παραπολιτικό |
| Γενική | παραπολιτικού | παραπολιτικής | παραπολιτικού |
| Αιτιατική | παραπολιτικό | παραπολιτική | παραπολιτικό |
| Κλητική | παραπολιτικέ | παραπολιτική | παραπολιτικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | παραπολιτικοί | παραπολιτικές | παραπολιτικά |
| Γενική | παραπολιτικών | παραπολιτικών | παραπολιτικών |
| Αιτιατική | παραπολιτικούς | παραπολιτικές | παραπολιτικά |
| Κλητική | παραπολιτικοί | παραπολιτικές | παραπολιτικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →