Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

παραπονεμένος

ρήμα, αρσενικό
•
  1. που έμεινε με το παράπονο, δεν ικανοποιήθηκε μια ανάγκη ή επιθυμία του, που όντως δεν δικαιώθηκε ή που πάντως εκείνος αισθάνεται ότι δεν βρήκε το δίκιο του Βικιλεξικό
    • Ολοι οι συμμαθητές του πήραν δώρα, μα εκείνος έμεινε παραπονεμένος
    • παραπονεμένα λόγια έχουν τα τραγούδια μας (στοίχοι Μάνου Ελευθερίου)

Ετυμολογία

παραπονεμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου παραπονιέμαι και παραπονούμαι

Άλλοι τύποι

παραπονεμένηπαραπονεμένοπαραπονεμένος

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →