Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

παραπονιάρης

επίθετο, αρσενικό
•
  1. κάποιος που παραπονείται συνέχεια Βικιλεξικό
    • «Πάλι τελευταία εγώ», παραπονέθηκε η Κλειώ. / «Παραπονιάρα μου εσύ!» / Η Κλαίρη την αγκάλιασε και τη φίλησε τρυφερά (Γιώργος Ντόβας, Κλαίρη, Έρικα, Κλειώ Uncensored, 2019)

Ετυμολογία

παραπονιάρης < παράπον(ο) + -ιάρης

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπαραπονιάρηςπαραπονιάραπαραπονιάρικο
Γενικήπαραπονιάρηπαραπονιάραςπαραπονιάρικου
Αιτιατικήπαραπονιάρηπαραπονιάραπαραπονιάρικο
Κλητικήπαραπονιάρηπαραπονιάραπαραπονιάρικο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπαραπονιάρηδεςπαραπονιάρεςπαραπονιάρικα
Γενικήπαραπονιάρηδων—παραπονιάρικων
Αιτιατικήπαραπονιάρηδεςπαραπονιάρεςπαραπονιάρικα
Κλητικήπαραπονιάρηδεςπαραπονιάρεςπαραπονιάρικα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →