παραπόρτι
•
- μικρή εξώπορτα στο πίσω ή άλλο μέρος ενός σπιτιού, διαφορετική από την κύρια είσοδο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
παραπόρτι < μεσαιωνική ελληνική παραπόρτιον < παρά + ελληνιστική κοινή πόρτα < λατινική porta
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | παραπόρτι | παραπόρτια |
| Γενική | παραπορτιού | παραπορτιών |
| Αιτιατική | παραπόρτι | παραπόρτια |
| Κλητική | παραπόρτι | παραπόρτια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →