παραρίχνω
•
- ρίχνω περισσότερο (μεγαλύτερη ποσότητα) απ’ ό,τι πρέπει Βικιλεξικό
- σπάνιοανταγωνίζομαι με κάποιον στη ρίψη ακοντίου, λιθαριού κ.λπ. Βικιλεξικό
Ετυμολογία
παραρίχνω < παρα- + ρίχνω
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →