παρασιτώ
•
- κυριολεκτικάζω ως παράσιτο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
παρασιτώ < αρχαία ελληνική παρασιτέω / παρασιτῶ < παράσιτος < παρά + σῖτος (κυριολεκτική σημασία: μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική parasiter)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | παρασιτώ | παρασιτείς | παρασιτεί | παρασιτούμε | παρασιτείτε | παρασιτούν / παρασιτούνε |
| Παρατατικός | παρασιτούσα | παρασιτούσες | παρασιτούσε | παρασιτούσαμε | παρασιτούσατε | παρασιτούσαν / παρασιτούσανε |
| Αόριστος | παρασίτησα | παρασίτησες | παρασίτησε | παρασιτήσαμε | παρασιτήσατε | παρασίτησαν / παρασιτήσαν / παρασιτήσανε |
| Μέλλοντας | θα παρασιτήσω / θα παρασιτώ | θα παρασιτήσεις / θα παρασιτείς | θα παρασιτήσει / θα παρασιτεί | θα παρασιτήσουμε / θα παρασιτούμε | θα παρασιτήσετε / θα παρασιτείτε | θα παρασιτήσουν / θα παρασιτήσουνε / θα παρασιτούν / θα παρασιτούνε |
| Παρακείμενος | έχω παρασιτήσει | έχεις παρασιτήσει | έχει παρασιτήσει | έχουμε παρασιτήσει | έχετε παρασιτήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα παρασιτήσει | είχες παρασιτήσει | είχε παρασιτήσει | είχαμε παρασιτήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω παρασιτήσει / να παρασιτήσω / να παρασιτώ | να έχεις παρασιτήσει / να παρασιτήσεις / να παρασιτείς | να έχει παρασιτήσει / να παρασιτήσει / να παρασιτεί | να έχουμε παρασιτήσει / να παρασιτήσουμε / να παρασιτούμε | να έχετε παρασιτήσει / να παρασιτήσετε / να παρασιτείτε | να παρασιτήσουν / να παρασιτήσουνε / να παρασιτούν / να παρασιτούνε |
| Προστακτική | — | παρασίτει / παρασίτησε | — | — | παρασιτήστε / παρασιτείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →