Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

παρασκευή

/pa.ɾa.sceˈvi/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. οι ενέργειες που απαιτούνται για να φτιάξει, να παρασκευάσει κάποιος κάτι Βικιλεξικό
    • Συμβουλές και οδηγίες για το παντεσπάνι, τη συνταγή και τον τρόπο παρασκευής του θα βρείτε σε πολλά βιβλία μαγειρικής.
    • Θρεψίνη (και ιδιωματικά θρεψίνα) είναι η σταφυλόκρεμα. Τη χρησιμοποιούσαν για την παρασκευή γλυκισμάτων, αλλά και την άλειφαν πάνω στο ψωμί, όπως τη μαρμελάδα. (Βούλα Μάστορη, Στο γυμνάσιο, εκδ. Πατάκη, 2023)

Ετυμολογία

παρασκευή < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική παρασκευή. Μορφολογικά αναλύεται σε παρα- + σκευή.

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπαρασκευήπαρασκευές
Γενικήπαρασκευήςπαρασκευών
Αιτιατικήπαρασκευήπαρασκευές
Κλητικήπαρασκευήπαρασκευές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →