παρασκευαστής
•
- κάποιος που παρασκευάζει κάτι Βικιλεξικό
- επάγγελμαβοηθητικός συνεργάτης εργαστηρίου που προετοιμάζει τα διάφορα όργανα κι ό,τι άλλο χρειάζεται Βικιλεξικό
Ετυμολογία
παρασκευαστής < αρχαία ελληνική παρασκευαστής < παρασκευάζω ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική préparateur)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | παρασκευαστής | παρασκευαστές |
| Γενική | παρασκευαστή | παρασκευαστών |
| Αιτιατική | παρασκευαστή | παρασκευαστές |
| Κλητική | παρασκευαστή | παρασκευαστές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →