Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

παρασπαταλώ

ρήμα
•
  1. σπάνιοσπαταλώ παραπάνω απ’ όσο πρέπει ή αντέχω Βικιλεξικό

Ετυμολογία

παρασπαταλώ < παρα- + σπαταλώ

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςπαρασπαταλάω / παρασπαταλώπαρασπαταλάςπαρασπαταλά / παρασπαταλάειπαρασπαταλάμε / παρασπαταλούμεπαρασπαταλάτεπαρασπαταλάν / παρασπαταλάνε / παρασπαταλούν / παρασπαταλούνε
Παρατατικόςπαρασπαταλούσαπαρασπαταλούσεςπαρασπαταλούσεπαρασπαταλούσαμεπαρασπαταλούσατεπαρασπαταλούσαν / παρασπαταλούσανε
Αόριστοςπαρασπατάλησαπαρασπατάλησεςπαρασπατάλησεπαρασπαταλήσαμεπαρασπαταλήσατεπαρασπατάλησαν / παρασπαταλήσαν / παρασπαταλήσανε
Μέλλονταςθα παρασπαταλάω / θα παρασπαταλήσω / θα παρασπαταλώθα παρασπαταλάς / θα παρασπαταλήσειςθα παρασπαταλά / θα παρασπαταλάει / θα παρασπαταλήσειθα παρασπαταλάμε / θα παρασπαταλήσουμε / θα παρασπαταλούμεθα παρασπαταλάτε / θα παρασπαταλήσετεθα παρασπαταλάν / θα παρασπαταλάνε / θα παρασπαταλήσουν / θα παρασπαταλήσουνε / θα παρασπαταλούν / θα παρασπαταλούνε
Παρακείμενοςέχω παρασπαταλήσειέχεις παρασπαταλήσει————
Υπερσυντέλικοςείχα παρασπαταλήσει—————
Υποτακτικήνα έχω παρασπαταλήσει / να παρασπαταλάω / να παρασπαταλήσω / να παρασπαταλώνα έχεις παρασπαταλήσει / να παρασπαταλάς / να παρασπαταλήσειςνα παρασπαταλά / να παρασπαταλάει / να παρασπαταλήσεινα παρασπαταλάμε / να παρασπαταλήσουμε / να παρασπαταλούμενα παρασπαταλάτε / να παρασπαταλήσετενα παρασπαταλάν / να παρασπαταλάνε / να παρασπαταλήσουν / να παρασπαταλήσουνε / να παρασπαταλούν / να παρασπαταλούνε
Προστακτική—παρασπατάλα / παρασπατάλαγε / παρασπατάλησε——παρασπαταλάτε / παρασπαταλήστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →