παρασπαταλώ
•
- σπάνιοσπαταλώ παραπάνω απ’ όσο πρέπει ή αντέχω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
παρασπαταλώ < παρα- + σπαταλώ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | παρασπαταλάω / παρασπαταλώ | παρασπαταλάς | παρασπαταλά / παρασπαταλάει | παρασπαταλάμε / παρασπαταλούμε | παρασπαταλάτε | παρασπαταλάν / παρασπαταλάνε / παρασπαταλούν / παρασπαταλούνε |
| Παρατατικός | παρασπαταλούσα | παρασπαταλούσες | παρασπαταλούσε | παρασπαταλούσαμε | παρασπαταλούσατε | παρασπαταλούσαν / παρασπαταλούσανε |
| Αόριστος | παρασπατάλησα | παρασπατάλησες | παρασπατάλησε | παρασπαταλήσαμε | παρασπαταλήσατε | παρασπατάλησαν / παρασπαταλήσαν / παρασπαταλήσανε |
| Μέλλοντας | θα παρασπαταλάω / θα παρασπαταλήσω / θα παρασπαταλώ | θα παρασπαταλάς / θα παρασπαταλήσεις | θα παρασπαταλά / θα παρασπαταλάει / θα παρασπαταλήσει | θα παρασπαταλάμε / θα παρασπαταλήσουμε / θα παρασπαταλούμε | θα παρασπαταλάτε / θα παρασπαταλήσετε | θα παρασπαταλάν / θα παρασπαταλάνε / θα παρασπαταλήσουν / θα παρασπαταλήσουνε / θα παρασπαταλούν / θα παρασπαταλούνε |
| Παρακείμενος | έχω παρασπαταλήσει | έχεις παρασπαταλήσει | — | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα παρασπαταλήσει | — | — | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω παρασπαταλήσει / να παρασπαταλάω / να παρασπαταλήσω / να παρασπαταλώ | να έχεις παρασπαταλήσει / να παρασπαταλάς / να παρασπαταλήσεις | να παρασπαταλά / να παρασπαταλάει / να παρασπαταλήσει | να παρασπαταλάμε / να παρασπαταλήσουμε / να παρασπαταλούμε | να παρασπαταλάτε / να παρασπαταλήσετε | να παρασπαταλάν / να παρασπαταλάνε / να παρασπαταλήσουν / να παρασπαταλήσουνε / να παρασπαταλούν / να παρασπαταλούνε |
| Προστακτική | — | παρασπατάλα / παρασπατάλαγε / παρασπατάλησε | — | — | παρασπαταλάτε / παρασπαταλήστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →