Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

παραστάδα

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. δοκός στα πλαϊνά της πόρτας Βικιλεξικό
  2. αρχιτεκτονικήδοκάρι ή κολόνα τετράγωνου σχήματος εκατέρωθεν ενός ανοίγματος του κτηρίου (πόρτα, παράθυρο) ως δομικό ή διακοσμητικό στοιχείο Βικιλεξικό
    • Ἐσωτερικά ὁ μακρόστενος χῶρος τοῦ νάρθηκα διαρθρώνεται μὲ ἀντικριστές παραστάδες σὲ μικρότερους χώρους στεγασμένους μὲ καμάρες καὶ τυφλοὺς τρούλλους (πίν. 2α), ποὺ διαδέχονται ὁ ἕνας τὸν ἄλλο μὲ ἄρρυθμη ποικιλία (Αγάπη Βασιλάκη-Καρακατσάνη, Οι τοιχογραφίες της Όμορφης Εκκλησίας στην Αθήνα, Χριστιανική Αρχαιολογική Εταιρείας, 1971, σελ. 5)

Ετυμολογία

παραστάδα < αρχαία ελληνική παραστάς < παρά + ἵσταμαι

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπαραστάδαπαραστάδες
Γενικήπαραστάδαςπαραστάδων
Αιτιατικήπαραστάδαπαραστάδες
Κλητικήπαραστάδαπαραστάδες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →