παραστέγασμα
•
- η μονόριχτη στέγη (ή υπόστεγο), που είναι επικλινής προς την μία πλευρά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
παραστέγασμα < παραστεγάζω + -μα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | παραστέγασμα | παραστεγάσματα |
| Γενική | παραστεγάσματος | παραστεγασμάτων |
| Αιτιατική | παραστέγασμα | παραστεγάσματα |
| Κλητική | παραστέγασμα | παραστεγάσματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →