παραστατικό
•
- λογιστικήοποιοδήποτε φορολογικό αποδεικτικό έγγραφο καταγράφει μοναδικά μία δαπάνη, π.χ. απόδειξη, τιμολόγιο, ή μετακίνηση εμπορευμάτων και άλλων αντικειμένων, π.χ. δελτίο αποστολής Βικιλεξικό
Ετυμολογία
παραστατικό < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου παραστατικός
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | παραστατικό | παραστατικά |
| Γενική | παραστατικού | παραστατικών |
| Αιτιατική | παραστατικό | παραστατικά |
| Κλητική | παραστατικό | παραστατικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →