Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

παραστατικότητα

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η ιδιότητα του παραστατικού, που προσπαθεί να εκφράσει κάποια σκέψη ή συναίσθημα με ζωηρό και γλαφυρό ύφος Βικιλεξικό
    • Η Ρόη μού είχε περιγράψει με τέτοια παραστατικότητα όσα είχε δει στη Σμύρνη, που, στιγμές-στιγμές, είχα την εντύπωση πως τα ’βλεπα με τα μάτια της. (Τάσος Αθανασιάδης (2002) Τα παιδιά της Νιόβης)
    • Όλα είχαν μια έξοχη αληθοφάνεια. Η παραστατικότητα του λόγου του ασφαλίτη τον υπνώτιζε, αν δεν τον έβλεπε με καχυποψία και δεν τον αφορούσε όλο αυτό θα μπορούσε να απολαύσει ως λογοτεχνικό κείμενο την έξοχη προφορικότητα του μονόλογου αυτουνού του χαρισματικού αστυνόμου. (Βασίλης Γκουρογιάννης, Αναψηλάφηση, εκδ. Μεταίχμιο, 2019)

Ετυμολογία

παραστατικότητα < παραστατικός + -ότητα

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπαραστατικότηταπαραστατικότητες
Γενικήπαραστατικότηταςπαραστατικοτήτων
Αιτιατικήπαραστατικότηταπαραστατικότητες
Κλητικήπαραστατικότηταπαραστατικότητες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →