Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

παρασυγγενής

/pa.ɾa.siŋ.ɟeˈnis/ουσιαστικό
•
  1. σπάνιομακρινός συγγενής Βικιλεξικό
    • Βρεθήκαμε έτσι στο εξοχικό του πατέρα της και σπρώχναμε τον χρόνο να περάσει, αυτή για να λυτρωθεί από τη γέννα κι εγώ από τη βαρεμάρα στις απανωτές συνευρέσεις συγγενών και παρασυγγενών (Ισίδωρος Ζουργός, Ανεμώλια, 2016 https://www.google.gr/books/edition/%CE%91%CE%BD%CE%B5%CE%BC%CF%8E%CE%BB%CE%B9%CE%B1/VA8oDAAAQBAJ?hl=el&gbpv=1&dq=%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%B1%CF%83%CF%85%CE%B3%CE%B3%CE%B5%CE%BD%CE%AE%CF%82&pg=PT133&printsec=frontcover
    • Ὁμολογητέον δὲ ὅτι αὐτὴ κατ᾽ ἀρχὰς εἶχε βαπτίσει οἰκειοθελῶς μόνον πέντε ἢ ἓξ νήπια τῶν γειτόνων της, ὅσα καὶ πᾶσα ἄλλη καλὴ οἰκοκυρὰ συνήθως βαπτίζει. Ἀλλ᾽ ὅταν ἅπαξ ἐγνώσθη καὶ ἀπεδείχθη ὅτι εἶχε καλὸ χέρι, τότε ὅλαι αἱ γειτόνισσαι, συγγενεῖς, παρασυγγενεῖς, κολλήγισσαι, ἤρχισαν νὰ τὴν πολιορκοῦν (Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Η Τελευταία βαπτιστική, 1888)

Ετυμολογία

παρασυγγενής < Μορφολογικά αναλύεται σε παρα- + συγγενής

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπαρασυγγενήςπαρασυγγενείς
Γενικήπαρασυγγενή / παρασυγγενούςπαρασυγγενών
Αιτιατικήπαρασυγγενήπαρασυγγενείς
Κλητικήπαρασυγγενήπαρασυγγενείς

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →