Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

παρασυρτικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. λόγιοπου συμβάλλει στην παράσυρση Βικιλεξικό
    • Η διευθέτηση του χειμάρρου Μαλακασιώτη έμεινε στη μέση. Ενώ άλλοι επικίνδυνοι χείμαρροι, όπως ο Παλαιοχωρίτης, συνεχίζουν τη διαβρωτική και παρασυρτική τους μανία στην ορεινή περιοχή, μεταφέροντας τεράστια υλικά αποθέσεων, τόσο στην πεδινή κοίτη της γέφυρας των Αμπελίων, όσο και στο πεδινό τμήμα της γέφυρας Διάβας. (Ηλίας Ζαλαβράς, «Καταστροφές από τη δράση των χειμάρρων. Η περίπτωση της γέφυρας Διάβας», www.tameteora.gr, 13.02.2016)

Ετυμολογία

παρασυρτικός < παρασύρω + -τικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπαρασυρτικόςπαρασυρτικήπαρασυρτικό
Γενικήπαρασυρτικούπαρασυρτικήςπαρασυρτικού
Αιτιατικήπαρασυρτικόπαρασυρτικήπαρασυρτικό
Κλητικήπαρασυρτικέπαρασυρτικήπαρασυρτικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπαρασυρτικοίπαρασυρτικέςπαρασυρτικά
Γενικήπαρασυρτικώνπαρασυρτικώνπαρασυρτικών
Αιτιατικήπαρασυρτικούςπαρασυρτικέςπαρασυρτικά
Κλητικήπαρασυρτικοίπαρασυρτικέςπαρασυρτικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →