παρασύνθετο
•
- γραμματικήλέξη παράγωγη από σύνθετη λέξη, όπως συνεργώ > συνεργός > συν και έργο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
παρασύνθετο < ουδέτερο του παρασύνθετος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | παρασύνθετο | παρασύνθετα |
| Γενική | παρασύνθετου | παρασύνθετων |
| Αιτιατική | παρασύνθετο | παρασύνθετα |
| Κλητική | παρασύνθετο | παρασύνθετα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →