παρατάσσομαι
•
- τάσσομαι σε σειρά, σε τάξη, σε στρατιωτική παρέλαση, σε διαδήλωση, στην αυλή του σχολείου, στις επιδείξεις Βικιλεξικό
- Εἰς τό πρῶτον σημεῖον, τό κατέναντι τῆς Χαιρωνείας, ἐκεῖ ἀκριβῶς ὅπου ὁ Κηφισός παραρρέει τήν ἀρχήν τοῦ βραχώδους Ἀκοντίου ὅρους καί ἡ πρός τήν Ἀταλάντην ἀτραπός διέρχεται τήν λίθινην τοῦ ποταμοῦ γέφυραν, θά ὑπῆρχε πᾶς λόγος νά ζητηθῇ τό Πολυάνδριον τῶν Μακεδόνων, ἐάν ἤθελε ὑποτεθῇ ὅτι ὁ ἑλληνικός στρατός παρετάχθη μεταξύ Χαιρωνείας καί Κηφισοῦ. (Πρακτικά τής εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρίας του έτους 1899, Αρχαιολογική Εταιρεία, Αθήνα, 1900, σελ. 53)
- συμμαχώ, υποστηρίζω, συμπαρατάσσομαι Βικιλεξικό
- παρατάχθηκε με τους κεντροδεξιούς στις τελευταίες εκλογές
Ετυμολογία
παρατάσσομαι < αρχαία ελληνική παρατάσσομαι, μέση φωνή του παρατάσσω < παρά + τάσσω
Άλλοι τύποι
παρατάσσω
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →