παρατηρούμαι
•
- παθητική φωνή του ρήματος παρατηρώ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | παρατηρούμαι | παρατηρείσαι | παρατηρείται | παρατηρούμαστε | παρατηρείστε | παρατηρούνται |
| Παρατατικός | παρατηρούμουν | παρατηρούσουν | παρατηρούνταν | παρατηρούμασταν / παρατηρούμαστε | παρατηρούσασταν / παρατηρούσαστε | παρατηρούνταν |
| Αόριστος | παρατηρήθηκα | παρατηρήθηκες | παρατηρήθηκε | παρατηρηθήκαμε | παρατηρηθήκατε | παρατηρήθηκαν / παρατηρηθήκαν / παρατηρηθήκανε |
| Μέλλοντας | θα παρατηρηθώ / θα παρατηρούμαι | θα παρατηρείσαι / θα παρατηρηθείς | θα παρατηρείται / θα παρατηρηθεί | θα παρατηρηθούμε / θα παρατηρούμαστε | θα παρατηρείστε / θα παρατηρηθείτε | θα παρατηρηθούν / θα παρατηρηθούνε / θα παρατηρούνται |
| Παρακείμενος | έχω παρατηρηθεί | έχεις παρατηρηθεί | έχει παρατηρηθεί | έχουμε παρατηρηθεί | έχετε παρατηρηθεί | έχουν παρατηρηθεί |
| Υπερσυντέλικος | είχα παρατηρηθεί | είχες παρατηρηθεί | είχε παρατηρηθεί | είχαμε παρατηρηθεί | είχατε παρατηρηθεί | είχαν παρατηρηθεί |
| Υποτακτική | να έχω παρατηρηθεί / να παρατηρηθώ / να παρατηρούμαι | να έχεις παρατηρηθεί / να παρατηρείσαι / να παρατηρηθείς | να έχει παρατηρηθεί / να παρατηρείται / να παρατηρηθεί | να έχουμε παρατηρηθεί / να παρατηρηθούμε / να παρατηρούμαστε | να έχετε παρατηρηθεί / να παρατηρείστε / να παρατηρηθείτε | να έχουν παρατηρηθεί / να παρατηρηθούν / να παρατηρηθούνε / να παρατηρούνται |
| Προστακτική | — | παρατηρήσου | — | — | παρατηρείστε / παρατηρηθείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →