παρατονίζω
•
- γραμματικήτονίζω λανθασμένα μια λέξη κατά την προφορά ή τη γραφή της Βικιλεξικό
Ετυμολογία
παρατονίζω < παρα- + τονίζω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | παρατονίζω | παρατονίζεις | παρατονίζει | παρατονίζουμε | παρατονίζετε | παρατονίζουν / παρατονίζουνε |
| Παρατατικός | παρατόνιζα | παρατόνιζες | παρατόνιζε | παρατονίζαμε | παρατονίζατε | παρατονίζαν / παρατονίζανε / παρατόνιζαν |
| Αόριστος | παρατόνισα | παρατόνισες | παρατόνισε | παρατονίσαμε | παρατονίσατε | παρατονίσαν / παρατονίσανε / παρατόνισαν |
| Μέλλοντας | θα παρατονίζω / θα παρατονίσω | θα παρατονίζεις / θα παρατονίσεις | θα παρατονίζει / θα παρατονίσει | θα παρατονίζουμε / θα παρατονίσουμε | θα παρατονίζετε / θα παρατονίσετε | θα παρατονίζουν / θα παρατονίζουνε / θα παρατονίσουν / θα παρατονίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω παρατονίσει | έχεις παρατονίσει | έχει παρατονίσει | έχουμε παρατονίσει | έχετε παρατονίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα παρατονίσει | είχες παρατονίσει | είχε παρατονίσει | είχαμε παρατονίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω παρατονίσει / να παρατονίζω / να παρατονίσω | να έχεις παρατονίσει / να παρατονίζεις / να παρατονίσεις | να έχει παρατονίσει / να παρατονίζει / να παρατονίσει | να έχουμε παρατονίσει / να παρατονίζουμε / να παρατονίσουμε | να έχετε παρατονίσει / να παρατονίζετε / να παρατονίσετε | να παρατονίζουν / να παρατονίζουνε / να παρατονίσουν / να παρατονίσουνε |
| Προστακτική | — | παρατόνιζε / παρατόνισε | — | — | παρατονίζετε / παρατονίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →