Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

παρατονίζω

ρήμα
•
  1. γραμματικήτονίζω λανθασμένα μια λέξη κατά την προφορά ή τη γραφή της Βικιλεξικό

Ετυμολογία

παρατονίζω < παρα- + τονίζω

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςπαρατονίζωπαρατονίζειςπαρατονίζειπαρατονίζουμεπαρατονίζετεπαρατονίζουν / παρατονίζουνε
Παρατατικόςπαρατόνιζαπαρατόνιζεςπαρατόνιζεπαρατονίζαμεπαρατονίζατεπαρατονίζαν / παρατονίζανε / παρατόνιζαν
Αόριστοςπαρατόνισαπαρατόνισεςπαρατόνισεπαρατονίσαμεπαρατονίσατεπαρατονίσαν / παρατονίσανε / παρατόνισαν
Μέλλονταςθα παρατονίζω / θα παρατονίσωθα παρατονίζεις / θα παρατονίσειςθα παρατονίζει / θα παρατονίσειθα παρατονίζουμε / θα παρατονίσουμεθα παρατονίζετε / θα παρατονίσετεθα παρατονίζουν / θα παρατονίζουνε / θα παρατονίσουν / θα παρατονίσουνε
Παρακείμενοςέχω παρατονίσειέχεις παρατονίσειέχει παρατονίσειέχουμε παρατονίσειέχετε παρατονίσει—
Υπερσυντέλικοςείχα παρατονίσειείχες παρατονίσειείχε παρατονίσειείχαμε παρατονίσει——
Υποτακτικήνα έχω παρατονίσει / να παρατονίζω / να παρατονίσωνα έχεις παρατονίσει / να παρατονίζεις / να παρατονίσειςνα έχει παρατονίσει / να παρατονίζει / να παρατονίσεινα έχουμε παρατονίσει / να παρατονίζουμε / να παρατονίσουμενα έχετε παρατονίσει / να παρατονίζετε / να παρατονίσετενα παρατονίζουν / να παρατονίζουνε / να παρατονίσουν / να παρατονίσουνε
Προστακτική—παρατόνιζε / παρατόνισε——παρατονίζετε / παρατονίστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →